WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Κύριες μεταφράσεις |
European adj | (geography) | ευρωπαϊκός επίθ |
| France is a European country. |
| Η Γαλλία είναι ευρωπαϊκή χώρα. |
Επιπλέον μεταφράσεις |
European adj | (of Europe) | ευρωπαϊκός επίθ |
| Roman and Gothic are examples of early European architecture. |
| Η ρωμαϊκή και η γοτθική αρχιτεκτονική είναι παραδείγματα της πρώιμης ευρωπαϊκής αρχιτεκτονικής. |
European adj | (of European Community) | ευρωπαϊκός επίθ |
| The new European laws affect all member states. |
| Οι νέοι ευρωπαϊκοί νόμοι ισχύουν για όλα τα κράτη μέλη. |
European n | (person) (άτομο) | Ευρωπαίος, Ευρωπαία ουσ αρσ κύρ, ουσ θηλ κύρ |
| Italian, French, Irish - it makes no difference now, we're all Europeans. |
| Τι κι αν είσαι Ιταλός ή Γάλλος ή Ιρλανδός; Καμία σημασία δεν έχει στη σημερινή εποχή. Είμαστε όλοι Ευρωπαίοι. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2025:
Σύνθετοι τύποι:
|
anti-European adj | (hostile to European Union) | αντίθετος προς την Ευρωπαϊκή Ένωση περίφρ |
| The politician is well-known for his anti-European opinions. |
EC n | historical, initialism (European Community) (σντμ: Ευρωπαϊκή Κοινότητα) | ΕΚ ουσ θηλ άκλ |
Σχόλιο: Η σύντομη μορφή (ΕΚ) δεν χρησιμοποιείται στον προφορικό λόγο. |
| The EC was formed in 1957. |
ECDC n | initialism (European Centre for Disease Prevention and Control) | Ευρωπαϊκό Κέντρο Πρόληψης και Ελέγχου Νόσων φρ ως ουσ αρσ |
| | ECDC ουσ ουδ άκλ |
EEC n | historical, initialism (European Economic Community) (σντμ: Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα) | ΕΟΚ ουσ θηλ άκλ |
Σχόλιο: Χρησιμοποιείται και στον προφορικό λόγο. |
| The EEC was established in 1957 to integrate European economies. |
EFTA n | initialism (European Free Trade Association) | Ευρωπαϊκή Ζώνη Ελεύθερων Συναλλαγών φρ ως ουσ θηλ |
EMS n | initialism (European Monetary System) | Ευρωπαϊκό Νομισματικό Σύστημα φρ ως ουσ ουδ |
ESA n | initialism (European Space Agency) (σντμ: Eυρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος) | ΕΟΔ ουσ αρσ άκλ |
EU n | initialism (European Union) | ΕΕ. Ε.Ε. ουσ θηλ άκλ |
| Many of the EU's institutions are based in Brussels. |
Euratom n | abbreviation (European Atomic Energy Community) | Ευρατόµ ουσ θηλ κύρ |
European Economic Community n | historical (economic alliance) | Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα φρ ως ουσ θηλ |
European Space Agency n | (space exploration organization) | Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος φρ ως ουσ αρσ |
European Union n | (political union) | Ευρωπαϊκή Ένωση επίθ + ουσ θηλ |
| Croatia became a member of the European Union in 2013. |
Indo-European n | (language family) | ινδοευρωπαϊκές γλώσσες περίφρ |
Indo-European adj | (related to language family) | ινδοευρωπαϊκός επίθ |
Member of the European Parliament n | (representative in EU body) | μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου φρ ως ουσ ουδ |
| | μέλος του Ευρωκοινοβουλίου φρ ως ουσ ουδ |
MEP n | initialism (Member of the European Parliament) | ευρωβουλευτής ουσ αρσ/θηλ |
| (καθομιλουμένη) | ευρωβουλευτίνα ουσ θηλ |
| The MEPs voted on the new legislation. |
pan-European adj | (across all of Europe) | πανευρωπαϊκός επίθ |
| The Commission has launched a pan-European initiative. |
pollock, also UK: pollack, also US: European pollock n | (fish: Pollachius pollachius) | μπακαλιάρος ουσ αρσ |
| (επίσημο) | βακαλάος ουσ αρσ |
| (επίσημο, κατά λέξη) | μπακαλιάρος Pollack φρ ως ουσ αρσ |
| Pollock is a more sustainable fish than cod. |
sea bream, European sea bream, European seabream n | (fish: gilt-head bream) | τσιπούρα ουσ θηλ |
| | σπαρίδα ουσ θηλ |